
Πριν
την εισαγωγή βιομηχανικών μεθόδων καλλιέργειας για την αύξηση της
παραγωγής και τη
μείωση των εργατικών χεριών, το μάζεμα της ελιάς στην
ελληνική ύπαιθρο, ήταν οικογενειακή υπόθεση. Μέχρι σήμερα, η συγκομιδή
στην Πελοπόννησο αρχίζει τον Νοέμβριο και ολοκληρώνεται τον Φεβρουάριο.
Για τους Λάκωνες τα παλιά χρόνια, η διαδικασία ήταν ένα είδος
ιεροτελεστίας που είχε τελειώσει μέχρι τα Χριστούγεννα.
«Ξύπνα γριάαα, ξύπνα λόοοο,Μμμμμμμμ,
Σήκω λόοοοοο ξημέρωσε, δεν ακούς που κράζουν τα κοκόρια;
Ξημέρωσε κιόλαααας;
Άντε σήκω, να ανάψεις τη φωτιά, εγώ πάω να παχνιάσω τα ζα.
Καλά μωρέ σηκώνουμαι.
Και να ετοιμαζόμαστε να πάμε για τις ελιές πριχού μας πάρει η μέρα. Ξύπνα και τα παιδιά».
Τα παλιά χρόνια, το μάζεμα και η καλλιέργεια της ελιάς στην ελληνική ύπαιθρο, ήταν αποκλειστικά οικογενειακή υπόθεση που σήκωνε από το κρεβάτι όλα τα μέλη της «πριν προλάβει ο ήλιος να βγάλει κέρατα». Σε πολλά χωριά της Πελοποννήσου, ο Σεπτέμβρης μαζί με τα πρωτοβρόχια, προμήνυε το μάζεμα της ελιάς. Μετά του Σταυρού, όσοι ζούσαν στα χωριά, άρχιζαν να μαζεύουν τα χαμολόγια, τις ελιές που έπεφταν κάτω, και τέλος Σεπτέμβρη με αρχές Οκτώβρη ο κόσμος έβγαινε για τα καλά στο μάζεμα. Μέχρι τα Χριστούγεννα, όλοι είχαν μαζέψει τις ελιές τους και είχαν βγάλει το λάδι τους.

Όπως ο ίδιος συνεχίζει, «Είχαν μαζί τους και από μία μαγκούρα να τραβάνε τα κλαδιά που ήταν λίγο μακριά να τα φέρνουν κοντά τους για να τα μαδήσουν. Το σακούλι δενόταν με ειδικό τρόπο στη μέση τους για να είναι ανοιχτό μπροστά τους και να πέφτουν οι ελιές μέσα. Όσες πέφτανε κάτω, τις μάζευαν μία μία. Δεν έμενε ούτε μία ελιά αμάζευτη. Ένας από τους άνδρες με το πριόνι κλάδευε τις ελιές. Αφού πέφτανε κάτω οι κλάρες, τις ξεκλάριζε, κόβοντας με βατοκόπι ή με τσεκούρι τα κλαριά για τα ζωντανά και τα ξύλα για το τζάκι, για μαγείρεμα και το βράδυ για ζεστασιά».
Το μάζεμα της ελιάς κρατούσε όλη μέρα
Το μεσημέρι ήταν μία καλή στιγμή για διάλειμμα, για κολατσιό. Εκείνοι που δούλευαν από το πρωί, μαζεύονταν σε κανένα απάγκιο και έτρωγαν ψωμί με ελιές και τυρί. Νερό έπιναν από την βίκα, (στάμνα), το οποίο είχαν φέρει συνήθως, από πηγάδι ή από το ρέμα. Όλη την υπόλοιπη ημέρα μάζευαν τις ελιές μέχρι το βασίλεμα του ήλιου. Μόλις βασίλευε ο ήλιος, φόρτωμα τις ελιές στα ζα, δηλαδή περίπου δύο φορτία ελιές και επιστροφή σχεδόν νύχτα στο χωριό. Μετά το φαγητό, οι εργάτες καθάριζαν τις ελιές από τα φύλλα, και μετά τις μετρούσαν για να πάρουν το μερτικό τους.Το αφεντικό έπαιρνε τρία μερτικά και ένα οι εργάτες. Όταν τελείωνε το μοίρασμα, οι άνδρες πήγαιναν στο καφενείο. Οι μεγαλύτεροι έπαιζαν πρέφα και οι μικρότεροι κολιτσίνα, ενώ άλλοι πήγαιναν για να πιουν κανένα κατοσταράκι κρασί. Κάποιοι άλλοι πήγαιναν στο ελαιοτριβείο για να πούνε κανένα καλαμπούρι να γελάσουν και να πυρωθούν κοντά στο καζάνι, που ζέσταινε το νερό που το έριχναν για να βγει όλο το λάδι.
«Μη με ξυπνάς μπαμπάκο, από το χάραμα»
«Κικιρίκοουουουου, κικιρίκουουουου». Τα κοκόρια παλιά, κράζανε από τα κοτέτσια τους, και όπως λέει ο κ. Τσιριγώτης, «ήταν τα ξυπνητήρια του κόσμου». Αφού με τα πολλά, όλη η οικογένεια σηκωνόταν στο πόδι, άναβε το λυχνάρι και το φανάρι που το έπαιρνε ο άνδρας για να πάει στον αχυρώνα να ταΐσει τα ζώα του. «Η γυναίκα άναβε την φωτιά, αν κρατούσε ακόμη από καμιά κουτσούρα που είχαν βάλει από το βράδυ, και αμέσως μετά, ξύπναγε τα παιδιά. Τα μεγάλα έπρεπε να πάνε στα χωράφια μαζί τους, τα δε μικρά να σηκωθούν και να διαβάσουν το μάθημά τους για να μην πάνε αδιάβαστα στο σχολείο».Η μάνα άρχιζε, “Σηκωθείτε βρε σεις, σηκωθείτε μωρ' σεις, σηκωθείτε γιατί ξημέρωσε”. Τα παιδιά εκλιπαρούσαν για λίγο ακόμα ύπνο. «Μμμμ, κάναμε εμείς και τεντωνόμασταν. Λέγαμε, άσε μας λίγο μάνα, που μας σηκώνεις από τα άγρια μεσάνυχτα». Εκείνη φώναζε, Σηκωθείτε, κοντεύει να βγάλει ο ήλιος κέρατα. Σηκωθείτε γιατί θα έρθει ο πατέρας σας και θα σας καταβρέξει”. Όπως αναφέρει ο κ. Γιώργος, “Όταν δεν ξυπνάγαμε, βάζανε λίγο νερό στο χέρι τους και μας καταβρέχανε στο πρόσωπο που ήταν έξω από τα σκεπάσματα και πεταγόμασταν πάνω σαν ελατήρια”.

Οι περισσότεροι φόρτωναν τα πράγματα στα ζα, έπαιρναν και τις γίδες όσοι είχαν, και άλλοι καβάλα στα ζα και άλλοι με τα πόδια, ζαλωμένοι τις σκάλες στον ώμο τραβούσαν για τα χωράφια τους. Τάκα τούκα, ακούγονταν τα ποδοβολητά από τα πέταλα των αλόγων στα καλντερίμια του χωριού. Έτσι περνούσε ο καιρός και πριν τα Χριστούγεννα όλοι είχαν μαζέψει τις ελιές τους και είχαν έτοιμο το λάδι τους.
Σήμερα, το μάζεμα της ελιάς έχει αλλάξει σημαντικά. Οι ελιές πέφτουν γρήγορα και εύκολα πάνω σε πλαστικά δίχτυα, οι ελιές σακιάζονται ή μπαίνουν σε πλαστικά κιβώτια και οδηγούνται σε ελαιοτριβεία. Παιδιά και μεγάλοι δεν χρειάζεται να σηκωθούν από τα άγρια χαράματα για τις ελιές. Εικόνες, όπως αυτές που έρχονται στο μυαλό του κ. Τσιριγώτη, περιορίζονται σε αναμνήσεις...
«Εάν η Ελλάδα καταστραφεί τελείως, θα μείνει μια ελιά, ένα κλήμα και μια βάρκα. Είναι αρκετά για να ξαναχτιστεί από την αρχή», Οδυσσέας Ελύτης
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου